Η νοοτροπία της καταστροφής

Η νοοτροπία της καταστροφής

Αυτή τη φορά την Εθνική μας δεν την λυπήθηκε ούτε ο Θεός. Η ρέντα του Μίκαελ Σκίμπε τελείωσε στο ματς με την Ουγγαρία, όταν ο Μήτρογλου τον έσωσε με ένα γκολ από τα δικά του, τη στιγμή που ο Γερμανός ήθελε να τον βγάλει από το γήπεδο. Χθες, όταν ο μοναδικός επικίνδυνος επιθετικός των Φινλανδών, ο πολυδιαφημισμένος Πούκι, έφυγε από το γήπεδο νωρίς νωρίς τραυματίας, πίστεψα πως η Εθνική μας θα μπορούσε πάλι να κάνει αποτέλεσμα με τα ψέματα – απλά γυρίζοντας τη μπάλα και παίζοντας προσεχτικά στην άμυνα. Αλλά ο τραυματισμός του Παπασταθόπουλου κατέστρεψε κι αυτή την πιθανότητα: η απόφαση του Σκίμπε να τον αντικαταστήσει με τον Τζαβέλα, που έχει να παίξει στόπερ από τα χρόνια που ταλαιπωρούνταν σε αυτή τη θέση στον ΠΑΟΚ,  αποδείχτηκε καταστροφική. Όταν, πριν καν συμπληρωθεί ένα λεπτό από την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου, ο Σόιρι άνοιξε το σκορ, μετά από λάθη του Τζαβέλα και του Μανωλά, έγινε κατανοητό πως ακόμα κι ο Θεός κουράστηκε μαζί μας. Και αυτή τη φορά πήγε για ύπνο.     

Ούτε τον καιρό του Ρανιέρι

Παραμονές του αγώνα με τους Φινλανδούς θυμήθηκα ότι ακόμα και η Εθνική του Κλάουντιο Ρανιέρι δεν είχε χάσει από δαύτους εκτός έδρας. Κόντρα στους Φινλανδούς είχε κάνει το μόνο καλό της ματς τον καιρό του Ιταλού – είχε φέρει μια ισοπαλία με 1-1. Δεν είχε πάντως αλλάξει τη μοίρα του Ιταλού εκείνο το αποτέλεσμα, ούτε και τη μοίρα της ομάδας του.

 

Ενας από τους παλιότερους της Εθνικής μου έλεγε τότε, στην επιστροφή από το Ελσίνκι, ότι ο Ιταλός έκανε σαν να ήθελε να κάνει τους πάντες να ξεχάσουν τον Φερνάντο Σάντος. «Δεν ξέρω αν ήταν δασκαλεμένος ο Ιταλός, αλλά φέρεται σαν να θέλει να αποδείξει ότι είναι το αντίθετο του Σάντος. Ο Σάντος δεν έκανε πρωινές προπονήσεις, αυτός κάνει μόνο πρωϊνές. Ο Σάντος είχε τέσσερεις Eλληνες συνεργάτες, αυτός κανένα. Ο Σάντος συζητούσε με τον Κατσουράνη, αυτός ούτε που τον κάλεσε. Ο Σάντος έλεγε «άμυνα– άμυνα» στον Αγιο Κοσμά, αυτός «attack – attack». O Σάντος δεν έλεγε καλημέρα σε άνθρωπο κι έβριζε και τον μεταφραστή του όταν στράβωνε, αυτός έφερνε σε όλους γλυκά. Ο Σάντος είχε ένα σωρό δημοσιογράφους φίλους, αυτός κανένα» μου είχε πει, προσθέτοντας ότι ενώ ο Σάντος κάθισε τέσσερα χρόνια, αυτός δεν θα μείνει ούτε τέσσερις μήνες. Είχε δίκιο. Τον θυμήθηκα τον Ρανιέρι γιατί η δική του πρόσληψη ήταν η αρχή του κατήφορου της Εθνικής. Η φυγή του Σάντος στάθηκε αιτία ν αρχίσουν οι παρεμβάσεις των μεγάλων συλλόγων: στις κλήσεις άρχισε να γίνεται πανηγύρι. Στην ομάδα είχαν ήδη μεταφερθεί οι καυγάδες των συλλόγων – στη Βραζιλία είχαν τσακωθεί ο Μανιάτης με το Τζαβέλα. Αντί η ομάδα να ηρεμίσει και να μαζευτεί, όπως ήξερε να κάνει τα χρόνια του Σάντος και του Ρεχάγκελ, βυθίστηκε στη μουρμούρα. Η ΑΕΚ επέβαλε ως βασικούς παίκτες της κι ας έπαιζε στην Β΄ Εθνική, ο Ολυμπιακός έκανε ρελάνς με τον Διαμαντάκο, ο ΠΑΟΚ φώναζε για τον παραγκωνισμό του Αθανασιάδη: το θερμοκήπιο της Εθνικής τρύπησε και το πράγμα δεν διορθώθηκε ποτέ. Η φυγή του Καραγκούνη και του Κατσουράνη βοήθησε στο να επιταχυνθούν τα διαλυτικά φαινόμενα. Μετά τον αποκλεισμό από το Euro του 2016, (κι ενώ από τον όμιλό μας περνούσαν τρεις ομάδες…), ο Σκίμπε κάπως προσπάθησε να μαζέψει τα πράγματα. Αλλά η κατάσταση έχει φανερά ξεφύγει: δεν είναι πια οι κλήσεις των παικτών, που προκαλούν κατάπληξη, αλλά και η χρησιμοποίησή τους. Αυτό που βλέπουμε είναι μια Εθνική φτιαγμένη στη λογική ότι δεν πρέπει να φωνάζει κανένας από όσους στην ομοσπονδία έχουν λόγο. Εστω κι αν κόντρα σε κάθε ποδοσφαιρική λογική πρέπει να παίζει ο συμπαθέστατος Πέλκας αριστερό εξτρέμ.

Δεν φταίει μόνο ο Σκίμπε

Φταίει ο Σκίμπε; Αναμφίβολα έχει τις ευθύνες του: χθες, όταν χτύπησε ο Παπασταθόπουλος δεν ήταν καν προετοιμασμένος για αυτό το ενδεχόμενο – έκανε τη χειρότερη δυνατή επιλογή εκθέτοντας και τον Τζαβέλα που για άμυνα τετράδας δεν κάνει. Αλλά όποιος νομίζει ότι είναι μόνο ο Γερμανός το πρόβλημα κάνει λάθος: η αιτία των όσων συμβαίνουν βρίσκεται κατά βάση στην ίδια την κακή νοοτροπία των παικτών που νομίζουν πως παίζοντας (;) για το 1-0, σέβονται κάποιου τύπου παράδοση που κληρονόμησαν. Οι πιο πολλοί από τους τωρινούς παίκτες ίσα που θυμούνται την ομάδα του 2004 π.χ. Όταν ο Ζαγοράκης και οι υπόλοιποι πέτυχαν τον θρίαμβο στην Πορτογαλία ο Μανωλάς ήταν 13 χρονών, ο Φορτούνης κι ο Μπακασέτας 11, ο Πέλκας 10, οι υπόλοιποι ακόμα μικρότεροι. Εχουν στο μυαλό τους ότι κάποτε μια Εθνική ομάδα θριάμβευσε κερδίζοντας με 1-0, χωρίς να έχουν γνώση του τι υπήρχε προηγουμένως και πόσο εκείνη η ομάδα διέφερε από τις προηγούμενες στα πάντα. Όταν τους λες ότι η ομάδα του Ρεχάγκελ σπάνια κέρδιζε με 1-0 σε ματς προκριματικών σε κοιτάζουν με απορία.

 

Κάποιοι ζήσανε λίγο και τον Σάντος και θυμούνται πως με τις νίκες του ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Ο συνδυασμός άγνοιας και θολούρας έχει ως αποτέλεσμα να ακούγονται λόγια σαν αυτά που είπε ο ειλικρινέστατος Μανωλάς στην τελευταία συνέντευξη Τύπου: «δεν μας νοιάζει πως παίζουμε, αλλά θέλουμε να κερδίζουμε», «προτιμώ να μην παίζω καλά και να κερδίζω, παρά να παίζω καλά και να χάνω», «και με τον Σάντος το Λιχτενστάιν το κερδίζαμε με 1-0», «δείτε τι προβλήματα έχουν η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ιταλία» κτλ. Πάντοτε υπήρχε γκρίνια για τις εμφανίσεις της Εθνικής όταν δεν ήταν καλές, αλλά δεν θυμάμαι κανένα να τις υπερασπίζεται, λέγοντας ότι δεν ενδιαφέρεται για δαύτες. Θυμάμαι πάντα τους παίκτες να υπεραμύνονται τη λογική των αποτελεσμάτων δίνοντας ωστόσο πάντα υποσχέσεις ότι μελλοντικά θα παίξουν καλύτερα. Ποτέ δεν θυμάμαι κάποιον να λέει «δεν μας πειράζει να παίζουμε άσχημα, αρκεί να κερδίζουμε». Αν στο μυαλό σου έχεις συμβιβαστεί με την πιθανότητα να παίξεις άσχημα, τότε τα αποτελέσματα θα είναι συνεχώς χειρότερα, διότι αυτό λέει η λογική. Καμία κανονική ομάδα στον κόσμο δεν έχει ως στόχο να κερδίζει παίζοντας άσχημα. Ολες θέλουν να κερδίζουν παίζοντας καλά. Κι ευτυχώς το ποδόσφαιρο επιτρέπει για το καλό παιγνίδι να υπάρχουν διαφορετικοί προσδιορισμοί: μπορεί να κερδίζεις παίζοντας καλά στην άμυνα, ή καλά στην επίθεση – κάτι καλό, όμως, πρέπει να κάνεις. Το να λες «θα παίζω άσχημα αρκεί να κερδίζω» σε οδηγεί μόνο στο να παίζεις χάλια. Και να μην κερδίζεις.

Χωρίς όρεξη

Η Εθνική μοιάζει με μια ομάδα φτιαγμένη με υποδείξεις τρίτων, που θέλει να κερδίζει χωρίς να παίζει ποδόσφαιρο: δεν ξέρω τι από τα δυο είναι χειρότερο. Είναι δεδομένο ότι ο Σκίμπε θα φορτωθεί την αποτυχία και θα φύγει – αργά ή γρήγορα. Αλλά αν δεν αλλάξει η καταστροφική νοοτροπία των παικτών, που νομίζουν ότι ακολουθούν στο γήπεδο τη λογική της δοξασμένης ομάδας του 2004, την οποία ούτε καν γνωρίζουν, δεν θα βελτιωθεί τίποτα. Καμία ομάδα δεν πρόκοψε ποτέ χωρίς όρεξη να παίξει ποδόσφαιρο.