Γιατί μπαμπά;

Γιατί μπαμπά;

Με διασκεδάζει και δεν το κρύβω, η καλοκαιρινή αυτή ιστορία της πρόσληψης του Στέλιου Παππά, πατέρα του Υπουργού Νίκου Παππά, στον ΟΑΣΘ. Διαβάζω διάφορα για την απόφαση αυτή: όλα σχεδόν αποδεικνύουν ότι η ελληνική πολιτική σκηνή ζει μεγάλες μέρες, έχοντας κλέψει τη δόξα της πάλαι ποτέ επιθεώρησης παράγοντας ιστορίες για γέλια και για κλάματα. Υπουργούς να διορίζουν σε θέσεις γιούς, θυγατέρες και λοιπούς συγγενείς έχουμε δει κάμποσους: ακόμα κι ο τωρινός πρωθυπουργός έχει αναθέσει χαρτοφυλάκια σε ξαδέρφια. Πατέρα υπουργού να διορίζεται, ειλικρινά δεν θυμάμαι.

Ολοι τα κάνουν, αλλά…

Πρέπει να πω κάτι: δεν με ενοχλεί τόσο η πρόσληψη ενός συγγενή σε μια θέση νευραλγική ή ασήμαντη, όσο η προσπάθεια αυτή να δικαιολογηθεί με λογιών λογιών υποκριτικά καλαμπούρια. Το να προσλάβει κάποιος ένα συγγενή του είναι κατακριτέο, στο μέτρο που o συγγενής δεν έχει τα τυπικά προσόντα: αν τα έχει, η καταγγελία μιας πρόσληψης είναι λαϊκίστικη πρακτική – γίνεται για τα μάτια του κόσμου. Ο Τζον Κένεντι έδωσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης στον αδερφό του Μπομπ. Ο Γεώργιος Παπανδρέου έβαλε στην Κυβέρνηση του κάποτε τον Ανδρέα και ο Ανδρέας, κάτι χρόνια αργότερα, τον Γιωργάκη. Όλα αυτά συνέβαιναν παντού και θα συμβαίνουν: τα παράγει η φύση της εξουσίας, που προκαλεί πάντα ένα είδος ανασφάλειας. Το να περιτριγυρίζεσαι από δικούς σου ανθρώπους μαρτυρά ότι φοβάσαι κομμάτι – σε άλλες περιπτώσεις η απόφαση αυτή είναι κι ένα επικοινωνιακό μήνυμα προς όλους: πρώτα από όλα προς το ίδιο το κόμμα. Κάθε εξουσία επιδιώκει να δείχνει την δύναμή της κομμάτι αλαζονικά και, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, αυτές οι αλαζονικές επιλογές βοηθάνε συχνά στο να χτιστεί ένα κάποιο αρχηγικό προφίλ: ο κόσμος νοιώθει ένα παράξενο δέος απέναντι σε ανθρώπους έτοιμους για προκλητικές αποφάσεις. Ο νεποτισμός, σε μια μικρή χώρα σαν την δική μας, μαρτυρά συχνά και μια θέληση να βοηθηθεί η οικογένεια, που, στην Ελλάδα ειδικά, είναι, με την πατρίδα και την θρησκεία, έννοια ιερή και γίνεται και δουλειά προσοδοφόρα. Ωστόσο μακριά από μένα η υποκρισία. Υπάρχουν εξαιρετικοί συγγενείς πολιτικών, που έχουν κάνει καλή δουλειά στο πλάι εκλεγμένων αντιπροσώπων και υπάρχουν και ντενεκέδες ξεγάνωτοι, κηφήνες του ελληνικού δημοσίου που εκμεταλλεύτηκαν το επίθετό τους και την εκλογική επιτυχία του πατέρα τους ή του αδερφού τους: πάντα θα υπάρχουν. Αν ο Στέλιος Παππάς είχε προσληφθεί, ως σύμβουλος του Νίκου, όταν η Κυβέρνηση αυτή ανέλαβε, η ιστορία δεν θα είχε καμία πρωτοτυπία: σήμερα είναι όμως κωμικοτραγική. Κυρίως γιατί μοιάζει να έγινε ως ρουσφέτι, σαν ένα είδος αμοιβής που στον κυρ Στέλιο χρωστούσαμε: έγινε για να βολευτεί σε μια άσχετη θέση, ένας άσχετος δικός μας. Για να χαρεί λίγη εξουσία κι αυτός, τώρα στα γεράματα. Γιατί του αρνηθήκαμε μια θέση στην Πολιτική Γραμματεία του κόμματος τον περασμένο Οκτώβρη («δεν γίνεται να υπάρχουν δυο παππάδες» είπε ο Νίκος…) και κάπου έπρεπε να τον βολέψουμε – ακόμα και όρθιο σε λεωφορείο. Αν είναι δυνατόν…

Παίζοντας τον παππά

Είμαι πρόθυμος να πιστέψω αυτό που είπε ο Χρήστος Σπίρτζης, που τον άνθρωπο τυπικά τον διόρισε, αλλά και η Εφη Αχτσιόγλου, που έτρεχε καλοκαιριάτικα στις τηλεοράσεις να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Πιστεύω πραγματικά πως ο Στέλιος Παππάς είναι «ένα ιστορικό στέλεχος του χώρου της Αριστεράς με τεράστια γνώση στα οικονομικά». Πιστεύω επίσης ότι θα προσφέρει τις υπηρεσίες του αμισθί και ότι «κουβαλάει ιστορία και αγώνες». Αλλά για μια στιγμή βρε παιδιά: υπήρχε τόσο καιρό ένας τόσο σοφός και ικανός και γαλαντόμος άνθρωπος και δεν είχατε φροντίσει να τον αξιοποιήσετε, όταν μάλιστα έχουν αλλάξει τα δυο τελευταία χρόνια μέχρι και οι διοικητές των νοσοκομείων; Γιατί τον κρύβατε τον άνθρωπο «με την μεγάλη πείρα, την μεγάλη γνώση και την διάθεση να προσφέρει αμισθί»; Κι αν όντως το βιογραφικό του μαρτυρά «τριάντα χρόνια καριέρας στον ιδιωτικό τομέα», όπως γράφει η ανακοίνωση του Μαξίμου, γιατί δεν αναφέρονται σε αυτή δυο τρεις λεπτομέρειες, που να δείχνουν την τεράστια σχέση του ανθρώπου με τις συγκοινωνίες και τα λεωφορεία, ώστε να βουβαθούν όλοι οι κακόβουλοι που λένε ότι ο Σπίρτζης τον διάλεξε απλά παίζοντας τον παππά; Και που διάβολο είναι κρυμμένος ο ίδιος ο Νίκος Παππάς να βγει μπροστά και να εξηγήσει ποια ακριβώς είναι αυτή η τεράστια εμπειρία του πατέρα του, που τον καθιστά μοναδικό για την διοίκηση ενός τέτοιου οργανισμού; Στο διάστημα βρίσκεται;

Για την ώρα το μόνο προσόν του κυρίου Στέλιου, που αναφέρεται, είναι η διάθεση για αμισθί εργασία, όμως και με αυτό υπάρχει ένα πρόβλημα: το πόσο ακριβώς στοιχίζει ένα στέλεχος μια κρατικής εταιρίας δυστυχώς δεν το μαθαίνουμε όταν προσλαμβάνεται, αλλά όταν αποχωρεί. Μόνο φεύγοντας μαθαίνουμε τα οδοιπορικά του, τα έξοδα παρουσίας, τα κόστη των συμβουλών του και των συμβούλων του: οπότε ας μην το τονίζουμε και τόσο αυτό το «αμισθί», γιατί το τι σημαίνει θα το μάθουμε αργότερα. Από την άλλη δεν μπορεί να αποτελεί ζήτημα, το αν ο άνθρωπος θα πάρει η δεν θα πάρει χρήματα. Μια τέτοια συζήτηση είναι από τη μια μειωτική για κάποιον με δυνατότητες κι από την άλλη άδικη για αυτούς που πληρώνονται διοικώντας κρατικούς οργανισμούς. Είναι σαν ξαφνικά να λένε, όσοι βουλευτικές και υπουργικές αποζημιώσεις εισπράττουν κάθε μήνα, ότι οι διοικητές άμισθοι έπρεπε να είναι όλοι! Πιστεύω ούτε ο Πολάκης δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι τέτοιο καλοκαιριάτικα…

Η στάση του ίδιου

Δεν είναι προφανώς το θέμα της ιστορίας το αν κάποιος πρέπει να είναι άμισθος: αυτά είναι κουραφέξαλα. Στην ιστορία αυτή, αν κάτι με εντυπωσιάζει, είναι η ίδια η στάση του Στέλιου Παππά, που δέχτηκε να πάρει μια θέση, γνωρίζοντας ότι το πανελλήνιο θα μιλήσει για ρουσφέτι και θα γελάει μαζί του. Ο άνθρωπος αυτός προβαλλόταν ως «αγωνιστής της Αριστεράς», «ιδεολόγος με καθαρές θέσεις», «υπερασπιστής του ηθικού πλεονεκτήματος της μεγάλης παράταξης»: έτσι μιλούσαν για αυτόν οι πιο πολλοί κι όχι μόνο οι κομματικοί του σύντροφοι. Από χθες πέρασε στην ιστορία ως ο απίθανος τύπος που διορίσθηκε στον ΟΑΣΘ, γιατί είναι πατέρας του Νίκου: τέτοιο πολιτικό χαρακίρι δεν έχει υπάρξει ξανά! Του ήταν άραγε δύσκολο να είναι ένας εξ απορρήτων σύμβουλος του Σπίρτζη ή όποιου άλλου, ώστε να αποφύγει ένα τέτοιο ρεζιλίκι; Νομίζω ότι μόνο ψυχαναλυτές θα μπορούσαν να μας εξηγήσουν πως διάβολο η εξουσία οδηγεί σε τέτοιους αυτοεξευτελισμούς.

Αναρωτιέμαι πραγματικά τι είναι αυτό που κάνει ένα άνθρωπο να μην καταλαβαίνει, πως αρκεί μια τέτοια απόφαση για να κάνει καταγέλαστη από εδώ και στο εξής κάθε προηγούμενη αναφορά σε αγώνες, ιδεολογικές μάχες και ηθικά πλεονεκτήματα. Είναι η χαρά για εξουσία αυτό που τρελαίνει το μυαλό; Είναι η ανάγκη για προσωπική προβολή έστω εντός των κομματικών γραμμών; Είναι η αλαζονική βεβαιότητα ότι ένας λαός που έχει συνηθίσει τα πάντα, θα συγχωρέσει κι αυτό; Είναι όλα αυτά μαζί; Ειλικρινά δεν ξέρω. Θα ήθελα πάντως για μια στιγμή να ήμουν ο Νίκος. Μόνο και μόνο για να τον ρωτούσα «γιατί μπαμπά;».