Ένας γέρος 44 ετών...

Ένας γέρος 44 ετών...

Είναι οι φράσεις που φωτογραφίζουν τα γεγονότα ή τα γεγονότα που βοηθάνε ώστε να γεννιούνται αξέχαστες φράσεις; Το «Λεφτά υπάρχουν» π.χ θα μας θυμίζει πάντα τις κάποτε υποσχέσεις του Γιώργου Παπανδρέου, και το «Μαζί τα φάγαμε» του Θόδωρου Πάγκαλου, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της έναρξης της εποχής των μνημονίων. Αυτές τις μέρες ακούστηκαν πολλά, αλλά σίγουρα μια από τις φράσεις που θα μείνει είναι αυτή του κ. Χριστόφορου Βερναρδάκη για τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Ο Υπουργός Βερναρδάκης παρακάλεσε τον κόσμο να μην χτυπάει τον Πρωθυπουργό γιατί είναι μόνο 44 χρονών. Το ενδιαφέρον στη φράση αυτή είναι ότι για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας κάποιος επικαλείται τη νεότητα ως δικαιολογία. Ισως και ως εξήγηση λαθών και παραλήψεων.

Η βλακώδης θεωρία

Επι της ουσίας ο Βερναρδάκης ήθελε να υπογραμμίσει ότι ένας άνθρωπος 44 χρονών δεν μπορεί να φταίει για όσα λάθη έχουν γίνει στην Ελλάδα τα τελευταία σαράντα χρόνια: για να φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα είχε βγάλει μάλιστα ένα λογίδριο εξηγώντας ότι για όσα έγιναν στο Μάτι φταίνε όλοι οι άλλοι – αλλά αυτή η θεωρία είναι τόσο βλακώδης, που προκαλεί οργή. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το Μάτι ήταν το πιο φρικτό πολεοδομικό κατασκεύασμα του κόσμου, από πουθενά δεν προκύπτει ότι φταίνε οι κάτοικοί του για τα λάθη της πυροσβεστικής, της Τροχαίας, των Δήμων, της Περιφέρειας και της κυβέρνησης. Μόνο ο κ. Πάνος Καμμένος έριξε την ευθύνη στους νεκρούς – ξεσήκωσε τους πάντες και το γνωρίζει.

Η επισήμανση του Βερναρδάκη είχε να κάνει με τις ευθύνες των πολιτικών αντιπάλων του Τσίπρα, που άφησαν το Μάτι να αναπτυχθεί άναρχα, αλλά όλη αυτή η θεωρία έχει ένα πρόβλημα: η τραγωδία έγινε τώρα και όχι πριν από δεκαπέντε χρόνια. Αυτός είναι ο λόγος που τα περί άναρχης δόμησης κτλ, η κυβέρνηση τα άφησε λίγο στην άκρη, ειδικά όταν έγινε γνωστό ότι αυθαίρετα νομιμοποίησε για εισπρακτικούς λόγους και η ίδια. Ολοι (;) καταλαβαίνουν, πως όσο σωστές κι αν είναι αυτές οι παρατηρήσεις, δεν απαλλάσσουν κανένα από τις ευθύνες του και δεν μπορεί να σταθούν σε κανένα απολογητικό υπόμνημα. Εχω μάλιστα την εντύπωση ότι και ο Βερναρδάκης κατάλαβε, ενώ μιλούσε, πως κινδυνεύει να γίνει ρεζίλι ρίχνοντας κι αυτός ευθύνες σε νεκρούς και για αυτό πρόσθεσε τη φράση που πέρασε στην ιστορία. Χωρίς την διαπίστωση ότι ένας πρωθυπουργός 44 χρονών δεν έχει ευθύνες, κανείς δεν θα είχε ασχοληθεί μαζί του.

Η χρυσή εφεδρεία της χώρας

Η ανανέωση της πολιτικής ζωής είναι μια συζήτηση που στην Ελλάδα έχει αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του ‘ 90 – τον καιρό που η πολιτική τάξη κάπως δεικτικά περιγραφόταν ως «η εποχή των δεινοσαύρων». Σε αυτή τη συζήτηση η ανανεωτική αριστερά, μερική εξέλιξη της οποίας είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ, συμμετείχε πάντοτε αρκετά παθιασμένα. Εχοντας ως μόνιμο στόχο να οικειοποιηθεί το μέλλον, αλλά και να μην συνδέεται με το παρελθόν, σχηματοποιούσε τη συζήτηση προσπαθώντας ήδη από τη Μεταπολίτευση να πείσει ότι η νεότητα είναι ένα είδος ευλογίας, αντίθετα με τα γηρατειά που ήταν κατάρα. Η Αριστερά εξύμνησε τόσο πολύ αυτή τη νεότητα που νομίζω πως στο τέλος κατάφερε να πείσει το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού λαού πως αρκεί κάποιος να είναι νέος για να είναι ικανός: η γενιά του Πολυτεχνείου π.χ ήταν η απόλυτη χρυσή εφεδρεία της χώρας.

Ετσι στην Ελλάδα ο νέος έγινε ένας μικρός Θεός. Είχε πάντα ιδέες, είχε πάντα όρεξη, είχε πάντα πάθος, είχε πάντα οράματα και σχέδια, είχε πάντα διάθεση να φτιάξει ένα κόσμο καλύτερο. Μάλιστα ήδη από τη δεκαετία του ΄60, για να ξεχωρίζει ο πολιτικοποιημένος νέος από το ρεμάλι που για την πολιτική δεν ενδιαφέρεται, δημιουργήθηκε ο όρος «νεολαίος». Αυτός ο «νεολαίος», που τόσο εύστοχα ο Σταύρος Τσιώλης σατιρίζει στο «Ας περιμένουν οι γυναίκες», θα ήταν η λύση σε κάθε πρόβλημα – ο κατάλληλος άνθρωπος, αυτός που θα άλλαζε την ιστορία και τη χώρα. Όταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ (αν δεν με απατάει η μνήμη μου…) ίδρυσε και αναβάθμισε την ΟΝΕΔ, δίνοντας τη δυνατότητα και στην Νεα Δημοκρατία να έχει τους νεολαίους της, η Αριστερά είχε πετύχει ένα ιδεολογικό θρίαμβο. Κι ας μουρμούριζε θυμόσοφα ο Γιάννης Τσαρούχης τα χρόνια εκείνα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από το νέο, που καταστρέφει με την απειρία του και μπερδεύεται από τη βιασύνη του.

Θα θύμωνα πολύ

Αν ήμουν ο Τσίπρας θα θύμωνα πολύ με τον Βερναρδάκη. Με μια και μόνη του φράση ο κάπως επιπόλαιος Υπουργός ήρθε να δημιουργήσει τριγμούς σε ένα εφεύρημα πάνω στο οποίο, όχι μόνο η Αριστερά, αλλά και η χώρα ολόκληρη, έχει επενδύσει για δεκαετίες. Αν ένας άνθρωπος μόνο 44 χρονών πρέπει να εξαιρείται των ευθυνών, επαγωγικά είναι μάλλον ανίκανος ευθύνες να αναλάβει, δηλαδή να κυβερνήσει. Ο κυβερνήτης δεν είναι ένας ερευνητής του παρελθόντος, ούτε ένα Χριστός που κουβαλάει τις αμαρτίες των προηγούμενων σαν σταυρό του μαρτυρίου, πάνω στον οποίο θα σταυρωθεί. Υποτίθεται ότι ψηφίζεται γιατί γνωρίζει πως αυτές τις αμαρτίες θα τις κάνει γραφική ανάμνηση. Αν μάλιστα είναι νέος, μόνο 44 χρονών που θα λεγε κι ο Βερναρδάκης, υποτίθεται ότι είναι και γεμάτος δύναμη, ώστε με το παρελθόν να αναμετρηθεί, όχι ρητορικά και καταγγελτικά, αλλά επί της ουσίας. Αν π.χ τα αυθαίρετα είναι το πρόβλημα, μπορεί να τα γκρεμίσει. Αν για τις φωτιές φταίνε εμπρηστές μπορεί να τους συλλάβει. Αν οι υπηρεσίες ήταν διαλυμένες, χρόνια ολόκληρα, μπορεί να τις κάνει να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και πάντα με το πάθος της νιότης του. Υπάρχει όμως αυτό το πάθος; Φοβάμαι πως όχι. Στην πραγματικότητα δεν έχει καμία σημασία αν είσαι νέος ή γέρος, όταν κυβερνάς: σημασία έχει να είσαι αποτελεσματικός – και το πρόβλημα δημιουργείται, όταν τέτοιος δεν είσαι.

Όχι πια νεολαίος

Σκεφτόμουν τη φράση του Βερναρδάκη αποσπασματικά. «Μην χτυπάτε τον πρωθυπουργό γιατί είναι μόνο 44 χρονών». Η συνέχεια της θα μπορούσε να είναι «τόσα μπορεί και τόσα κάνει» ή ακόμα χειρότερα «τι να σου κάνει ο άνθρωπος; Δεν μπορεί περισσότερα». Πάλι καλά που ο Βερναρδάκης έβαλε στη φράση του αυτό το «μόνο» - είπε ότι «είναι 44 χρονών μόνο». Αν δεν το είχε βάλει, θα ήταν σαν να θεωρεί τον Τσίπρα, (μένοντας ταυτόχρονα πιστός και στο ιδεολόγημα της αναμάρτητης και ικανής νεότητας), ως κάποιον που στα 44 γέρασε πρόωρα. «Μην χτυπάτε τον πρωθυπουργό γιατί είναι 44 χρονών». Όχι πια νεολαίος, αλλά ήδη κουρασμένος. Ενας γέρος 44 ετών…