Ενας φτωχός και μόνος καουμπόι....

Ενας φτωχός και μόνος καουμπόι....

«Να σου κρατήσω αύριο το Βήμα της Κυριακής»; με ρώτησε ο περιπτεράς μου κι είχα χρόνια ν ακούσω ερώτηση ανάλογη. «Πιστεύεις ότι δεν θα βρω;» απάντησα. «Ναι» μου είπε. «Γιατί θα έχει Λούκι Λουκ». Τον ευχαρίστησα για το ενδιαφέρον και χάρηκα που ένας τουλάχιστον άνθρωπος με καταλαβαίνει. Δεν είναι η πρώτη φορά, που μια εφημερίδα δίνει τις περιπέτειες του φτωχού και μόνου κάουμπόι. Η αφορμή είναι πάντα τα παιδιά: τα άλμπουμ δίνονται συνήθως καλοκαίρι, ώστε ο μπαμπάς να διαβάσει την εφημερίδα, η μαμά τα περιοδικά και τα παιδιά τις ιστορίες που μας έρχονται από την Αγρια Δύση και το πενάκι του Μορίς. Αλλά στο τέλος τα περιοδικά καταλήγουν στο μπαμπά, που θυμάται τα νιάτα του.

Αλλά γίναμε φίλοι…

Ολοι έχουμε διαβάσει τουλάχιστον ένα Λούκι Λουκ, κανείς δεν είχε ποτέ όλα τα Λούκι Λουκ – τουλάχιστον κανείς που εγώ να ξέρω. Δεν ξέρω καν αν στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει και τα 83 (!) άλμπουμ του – το τελευταίο, στη Γαλλία, εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ΄80, αν θυμάμαι καλά. Όταν εγώ ήμουν μικρός το Λούκι Λουκ περισσότερο και από το Αστερίξ ήταν το απόλυτο σύμβολο αγάπης στο κόμικ, μαρτυρούσε ότι είχες γούστο. Δεν ήταν ποτέ εύκολο να το βρεις και για να το αγοράσεις χρειαζόσουν κάτι περισσότερο από ένα απλό χαρτζιλίκι. Επίσης, όποιος τα είχε τα Λούκι Λουκ, τα θεωρούσε ένα είδος συλλογής και τα έδειχνε με υπερηφάνεια στους φίλους του, που πάντα τα ζητούσαν. Ισως για αυτό ποτέ κανείς που ξέρω δεν κατάφερε να κρατήσει πάνω από δέκα – δεκαπέντε και ας είχε φτάσει να έχει και τριάντα. Ολοι μας χαρίσαμε τα Λούκι Λουκ στους φίλους μας: αυτή η πράξη ήταν μια πραγματική πράξη αγάπης. Αυτοί με τη σειρά τους τα χάρισαν σε άλλους και μέσα σε αυτό το αλισβερίσι όλοι τα χάσαμε, αλλά γίναμε φίλοι. Κι αυτό είναι μάλλον σημαντικότερο.

 

Θα έκανα και χειρότερα

Οι μικρότεροι δύσκολα θα καταλάβουν γιατί ακριβώς μιλάω: κάποια στιγμή, μετά το 1990 και χάρη στη Μαμουθ Comix που απέκτησε τελικά τα δικαιώματα της σειρά στην Ελλάδα, τα Λούκι Λουκ άρχισαν να κυκλοφορούν περισσότερο, οπότε έπαψαν να είναι τόσο σπάνια, μολονότι δεν είχαν ποτέ την απαραίτητη περιοδικότητα ώστε να τα συναντάς στα περίπτερα – δεν έβγαιναν ποτέ π.χ ποτέ σε συγκεκριμένες μέρες. Τη δεκαετία του ‘80 το πράγμα ήταν ακόμα χειρότερο: ήταν δύσκολο και να τα βρεις σε περίπτερα. Η φήμη του Λούκι Λουκ, (εννοώ του ίδιου του άλμπουμ και όχι του λατρεμένου ήρωα) ήταν τεράστια, αλλά ήταν πιο συνηθισμένο να έχεις ακούσει για τα Λούκι Λουκ παρά να τα έχεις στη βιβλιοθήκη σου: πρέπει να πω πως αντίθετα από τα Μπλεκ και το Αγόρι, το Λούκι Λουκ, αν το είχες, το έβαζες στη βιβλιοθήκη, δίπλα στα βιβλία του Ιούλιου Βερν και του Αλέξανδρου Δουμά με τα οποία μεγάλωνες. Το Λούκι Λουκ ήταν σοβαρή υπόθεση: για να το βρεις έψαχνες το κατάλληλο περίπτερο ή το κατάλληλο βιβλιοπωλείο – τα μεγάλα βιβλιοπωλεία αρχικά το σνόμπαραν. Πριν το 1984, όταν και ανέλαβε την έκδοση και την διάδοσή τους η Μαμούθ Comix, τα είχαν δει και τα είχαν διαβάσει μόνο ελάχιστοι τυχεροί και ας κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα ήδη από το 1968 αρχικά από τις εκδόσεις Στρατίκη. Τα πρώτα 48 τεύχη που κυκλοφόρησαν ήταν ικανά για να δημιουργήσουν το μύθο. Στα τέλη του 1975 οι εκδόσεις Τ. Ψαρόπουλος πήραν τα δικαιώματα της σειράς και τα κράτησαν μέχρι το Δεκέμβριο του 1984: η Μαμούθ Comix ανέλαβε την έκδοση, ξεκινώντας την από την αρχή: το πρώτο τεύχος της σειράς είναι «Ο Ληστής με το ένα Χέρι». Κανείς δεν τα διάβαζε με τη σειρά: τα διάβαζε όταν τα έβρισκε. Το πρώτο που έφτασε στα χέρια μου, μου το χάρισε γύρω στο 1980 ένας οδοντογιατρός: ήταν το κίνητρο για να ξεπεράσω τον τρόμο μου για τις βελόνες, την πολυθρόνα και τους τροχούς του και να τον επισκεφτώ. Για ένα Λούκι Λουκ θα έκανα και χειρότερα.

 

Η ταχυδρομική άμαξα

Θυμάμαι σαν χθες το πρώτο Λούκι Λουκ που ξεφύλλισα: ήταν «η Ταχυδρομική Αμαξα» - μια αληθινή αποκάλυψη που έκανε ξαφνικά υπέροχη την παιδική ζωή μου. Εκτοτε κάθε Λούκι Λουκ που έπεφτε στα χέρια μου ήταν ένα δώρο Θεού κι ακόμα και σήμερα έτσι το βλέπω. Φυσικά και δεν έχω διαβάσει και τα 83, έχω όμως την εντύπωση ότι έχω διαβάσει 83 φορές μερικά από αυτά. Το Καλάμιτι Τζέιν, τον Λευκό Ιππότη, το Τρυφερό Πόδι, την κληρονομιά του ΡανΤανΠλαν, το Δικαστή, το Σύρμα που τραγουδάει, φυσικά τη Μαμά Ντάλντον. Κάποτε είχα στο μυαλό μου και ένα προσωπικό χιτ παρέιντ: είχα ξεχωρίσει τα δέκα καλύτερα και τα είχα σε μια σειρά. Πολύ αργότερα ασχολήθηκα και με την ίδια την ιστορία του κόμικ, αλλά και τον ήρωα. Εμαθα ότι ο Μορίς έγραψε την πρώτη ιστορία το 1946, δηλαδή μετά τον Μεγάλο Πόλεμο. Είδα τα πρώτα του σκίτσα στα οποία ο Λούκι Λουκ καθόλου δεν έμοιαζε με αυτόν που αγαπήσαμε. Διαπίστωσα ότι στον ήρωα έδωσε άλλη αίγλη η συνεργασία του σκιτσογράφου με τον Γκοσινί – συνεργασία που ξεκίνησε μετά το 1955. Ανακάλυψα ότι η έμπνευση του Μορίς ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, ο Σερίφης Λουτσιάνο Λόκομο που έδρασε μεταξύ του 1870 και του 1940 και σύμφωνα με τις αμερικάνικες παραδόσεις πυροβολούσε πιο γρήγορα από τον ίσκιο του. Κάποτε έπεσε στα χέρια μου κι ένα βιβλίο με την ολοκληρωμένη ιστορία του Λούκι Λουκ, που είναι γιός ενός σκοτσέζου και μια ινδιάνας, αλλά μεγάλωσε με τη θεία του γιατί τους γονείς τους έχασε μικρός. Στο ίδιο βιβλίο υπήρχαν και τα μυστικά των Ντάλντον – φαίνεται πως μόνο ο Αβερελ κατάφερε να γλυτώσει την κρεμάλα. Ηξερα και πως αποκαλούν την Ντόλι, οι Αγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί – η δική μας έχει σαφώς πιο ωραίο όνομα. Αλλά όλα αυτά δεν είναι το Λούκι Λουκ: το Λούκι Λουκ είναι πάντα εκείνο το μαγικό αλμπουμάκι που μικρός δυσκολευόσουν να βρεις και που όταν το έβρισκες καμάρωνες για αυτό, λίγο πριν το δώσεις σε κάποιο φίλο σου.

Μεγαλώνοντας

Το δώσεις ή να πάρεις ένα Λούκι Λουκ σηματοδοτούσε την πραγματική αρχή μιας αληθινής φιλίας. Εμείς τα μεγάλα παιδιά, που το δανειστήκαμε κάποτε χωρίς ποτέ να το επιστρέψουμε, το ξέρουμε. Κι αν καυγαδίσαμε με όσους μας το έδωσαν κι ακόμα το περιμένουν, τίποτα δεν χάλασε ποτέ τη σχέση μας. Πως άλλωστε αυτό να συμβεί όταν το όνειρό μας ήταν ίδιο; Φτωχοί και μόνοι καουμπόιδες θέλαμε όλοι να γίνουμε μεγαλώνοντας…