Ενας ευρωκομμουνιστής...

Ενας ευρωκομμουνιστής...

Η είδηση του θανάτου του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι δεν αιφνιδίασε τους Ιταλούς: τα επτά τελευταία χρόνια ο σκηνοθέτης πάλευε με τον καρκίνο έχοντας σχεδόν αποσυρθεί από τα εγκόσμια. «Θέλω να φύγω ήσυχα, όπως ήσυχα ήρθα» είχε πει σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις. Ευτυχώς μεταξύ εισόδου και εξόδου από τη σκηνή έκανε φασαρία όσο λίγοι. Και μια σειρά από ταινίες που θα μαρτυρούν πάντα ένα ταλέντο αξιοθαύμαστο.

Με πατέρα ποιητή

Ο Μπερτολούτσι δεν σπούδασε κινηματογράφο – έμαθε το μέσο δουλεύοντας, «τριγυρνώντας για χρόνια με μια κάμερα στο χέρι», όπως έχει πει ο ίδιος. Ο πατέρας του ήταν ποιητής, ο αδερφός του σκηνοθέτης κι ο ίδιος, αλλά, όπως ο ίδιος έλεγε «ο Τζιουζέπε είναι επαγγελματίας».  Η οικογένεια ήταν αριστερή – από αυτές τις σπάνιες οικογένειες στις οποίες η Αριστερά είναι τρόπος ζωής. Το διασημότερο βιβλίο του πατέρα του ήταν «η Ωδή στον Τολιάτι», ενώ η πρώτη ταινία του αδερφού του είχε τίτλο «Μπερλινγκουέρ σ’ αγαπώ πολύ». Η πολιτική στράτευση του Μπερτολούτσι ήταν ένα από τα μυστικά της επιτυχίας του: όλη του σχεδόν η δημιουργία ξεκινά από πολιτικές ερωτήσεις στις οποίες προσπαθεί να δώσει απαντήσεις – όπως συνήθως συμβαίνει μέρος αυτών των απαντήσεων δημιουργεί και ερωτηματικά για το αν η στράτευση αυτή έχει νόημα. Ο Μπερτολούτσι τρώγεται με τα ρούχα του, αλλά είναι αυτή η βαριά πολιτική του εσωστρέφεια ο λόγος που κάνει τέσσερις – πέντε μεγάλες ταινίες, στις οποίες καταλαβαίνεις τόσο την ιδεολογική του συνέπεια, όσο και την βαρύτητά της. Ο Μπερτολούτσι είναι ο μόνος μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης που ο καθολικισμός δεν έχει αγγίξει ούτε στο ελάχιστο: η οικογένεια έχει φροντίσει να είναι άθεος από μικρός («άθεος, δόξα το Θεό» έχει πει σε μια συνέντευξή του υιοθετώντας την ατάκα του Λουίς Μπουνουέλ).

Η πίστη του Μπερνάρντο είναι η Αριστερά κι όπως συνήθως συμβαίνει με την πίστη συχνά του δίνει δύναμη και συχνά τον πονάει, αλλά ποτέ δεν χάνεται. Αυτή και ο προβληματισμός που προκαλεί γίνεται η βάση της έμπνευσής του: όταν σταματά να προβληματίζεται για το αν διάλεξε τη σωστή πίστη σταματά να κάνει και καλές ταινίες. Ευτυχώς του συνέβη αργά.

Από τον Παζολίνι στην Κίνα

Ο Μπερτολούτσι ξεκινά ως συνεργάτης του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αλλά η σχέση δεν θα κρατήσει πολύ. Ο Παζολίνι κάνει ένα σινεμά πολύ εσωτερικό και εστέτ για τα γούστα του Μπερνάρντο, που ονειρεύεται έπη και δυνατές ιστορίες. Ο Μπερτολούτσι κάνει θόρυβο με τον «Ιστό της αράχνης» και δείχνει το ταλέντο του με τον «Κομφορμίστα» που για μένα παραμένει η αρτιότερη ταινία του κι ας μην έκανε στον καιρό της την εισπρακτική επιτυχία που της άξιζε: την παρακολουθούν αμήχανα και οι σύντροφοί του στο κόμμα, που δεν χαίρονται με την αυθάδεια του σχολιασμού της μεταπολεμικής Ιταλίας, ούτε με τις περιπέτειες του φασίστα καθηγητή, που ο Μπερτολούτσι περιγράφει με μια παράξενη γλυκύτητα – είμαστε στο 1970. Οι ίδιοι σύντροφοί τον αποθεώνουν έξι χρόνια αργότερα όταν γυρίζει το «1900», ίσως το μεγαλύτερο κομουνιστικό έπος που έχει γυρίσει σκηνοθέτης στη Δυτική Ευρώπη, μια ταινία που γέννησε κατά κάποιο τρόπο ένα πλήθος από δημιουργούς – από τον Κεν Λόουτς μέχρι τον Τορνατόρε όλοι κάτι πήραν.  Ο Μπερτολούτσι αποθεώνεται και γιατί αποφασίζει να δημιουργήσει μια απολύτως στρατευμένη ταινία ακριβώς τη στιγμή της μεγαλύτερής του αναγνώρισης: έχει προηγηθεί το «Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι», μια ταινία σκάνδαλο που τον έχει κάνει παγκοσμίως γνωστό. Θυμάμαι ότι την είχα δει στην Ταινιοθήκη της Οδού Κανάρη το 1989 και είχα καταλάβει πόσο μέσα σε δεκαπέντε χρόνια είχε αλλάξει ο κόσμος: αυτό που το 1972 φάνταζε πρόστυχο ή σκληρό, δεκαπέντε χρόνια αργότερα δεν ήταν παρά ένα ταινιάκι, στο οποίο σε έκανε να αναρωτιέσαι γιατί η περίφημη σκηνή με το βούτυρο σκανδάλισε τόσο. Ο Μπερτολούτσι είχε καταδικαστεί για προσβολή, όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες και είχε στερηθεί και για πέντε χρόνια τα πολιτικά του δικαιώματα: το «1990» το έκανε και για να δείξει ότι τα πολιτικά δικαιώματα του καθενός παραμένουν ολότελα δικά του, χωρίς καμία δικαστική απόφαση να μπορεί επί της ουσίας να τα στερήσει. Με την ταινία μοιάζει να έκλεισε και το λογαριασμό με τους συντρόφους του: ποτέ κανείς, πέρα από τον ίδιο, δεν θα μπορούσε πια να αμφισβητήσει τα φρονήματα του. Όταν το κομμουνιστικό κόμμα Ιταλίας το 1984 του ζητάει να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για τον Μπερλινγκουέρ το κάνει επαγγελματικά και συμβατικά, εστιάζοντας στον άνθρωπο περισσότερο από τον πολιτικό: είναι φανερό πως έχει αποφασίσει να ασχοληθεί στη συνέχεια και με τις αυταπάτες του και τις αμφιβολίες του.

Έντεκα χρόνια μετά το «1900»  φιλμάρει ένα άλλο έπος, την ιστορία του «Τελευταίου Αυτοκράτορα» της Κίνας κι ενθουσιάζει το παγκόσμιο κοινό, πρώτα από όλα τους Αμερικάνους που προτείνουν την ταινία για επτά Οσκαρ και του δίνουν αυτό της σκηνοθεσίας. Εδώ η πορεία είναι αντίστροφη: ο Μπερτολούτσι ξεκινά από το έπος και καταλήγει στον άνθρωπο – καταφέρνει μάλιστα να παρουσιάσει την ιστορία του χωρίς τίποτα το μελό, τίποτα το τραγικό, τίποτα το ιδεολογικά επιτηδευμένο. Πάντα πίστευα ότι η ταινία του είναι αυτογραφική: η πορεία ενός ανθρώπου που με εφόδιο μια κληρονομιά (στη δική του περίπτωση ιδεολογική…) γνωρίζει μια δόξα χωρίς να την επιδιώκει για να καταλήξει να βρει την ησυχία του. Εκείνο τον καιρό φλερτάρει με το βουδισμό, αλλά όπως έχει πει είναι «αθεράπευτα ευρωπαίος και κομμουνιστής για να τον αντέξει».   

Βόλτα στην πινακοθήκη

Ο Μπερτολούτσι ήταν ένα μεγάλος καδροποιός κι έτσι θα τον θυμάμαι. Ακόμα και στις ιδεολογικά φορτωμένες ταινίες του υπήρχαν πάντα πλάνα που σε έκαναν να αισθάνεσαι ότι περπατάς σε πινακοθήκη – το ίδιο ακριβώς έβλεπες και σε ταινίες άνισες κι ανολοκλήρωτες, όπως το Τσάι στη Σαχάρα ή η Κλεμμένη Ομορφιά. Η αγάπη του για το κάδρο είχε ως αποτέλεσμα να φιλμάρει εξαιρετικά κάποιες όμορφες γυναίκες, που χάρη στο φακό του έγιναν υπέροχες. Ο χορός της Στεφανία Σαντρέλι με την Ντομινίκ Σαντά είναι μια σκηνή σαφώς πιο αισθησιακή από τη σκληρή σκηνή σεξ ανάμεσα στον Μάρλον Μπράντο και την Μαρία Σνάιντερ στο Τελευταίο Τανγκό. Την Σνάιντερ ο Μπερτολούτσι άθελά του την κατέστρεψε: της πρόσθεσε τόσο σεξ απίλ που η ίδια δεν κατάφερε ποτέ στη συνέχεια να σηκώσει. Ο Μπερτολούτσι, που έκανε τρεις γάμους, αγαπούσε τις γυναίκες και τις βασάνιζε και κομμάτι: η Ντέμπρα Γουίνκερ στο «Τσάι στη Σαχάρα» τσαλακώνεται και αποθεώνεται από την κάμερά του, η Λιβ Τάιλερ στην «Κλεμμένη Ομορφιά» μοιάζει μια κούκλα που χωρίς τον σκηνοθέτη δεν θα είχε ψυχή. Η Ευα Γκριν στους «Ονειροπόλους», (ουσιαστικά την τελευταίο του ταινία, ένα είδος σύνοψης της ζωής και της δουλειάς του), μας θυμίζει ότι ο Μπερτολούτσι όποτε ήθελε μας έκανε ηδονοβλεψίες κι όποτε γούσταρε μας κουνούσε για αυτή μας την αδυναμία το δάχτυλο. Την γνώριζε καλά γιατί ήταν και δική του.

Το σινεμά του είχε τελειώσει εδώ και χρόνια: ο χρόνος θα δείξει τι θα αντέξει και τι όχι. Στο μεταξύ ο Μπερτολούτσι έφυγε όπως ήθελε: ήσυχα. Εχοντας ήδη χτίσει με την απουσία του την ανάμνησή του…