Ενα καραβάκι που συνεχίζει να ταξιδεύει...

Ενα καραβάκι που συνεχίζει να ταξιδεύει...

Θα το είχα ξεχάσει αν δεν μου το θύμιζε ένας φίλος αναγνώστης στέλνοντάς μου το σχετικό mail: το blog έχει τα γενέθλια του και μπαίνει στα τρια του χρόνια. Το blog είναι σαν ένα παιδάκι. Γεννήθηκε και υπήρξε νεογέννητο, δηλαδή συμπαθητικό, μπερδεμένο, αδύναμο στην αρχή, αλλά με όρεξη μεγάλη. Μετά άρχισε να μπουσουλάει κι έκανε πολλούς να το προσέξουν – όσοι το αγαπήσανε λέγανε αμέσως «τι καλό που είναι». Στη συνέχεια στυλώθηκε στα  πόδια του κι άρχισε να περπατάει και μετά έβγαλε δοντάκια κι όλοι κατάλαβαν ότι μπορεί να δαγκώνει κιόλας κι όχι μόνο να παίζει. Και τώρα, μπαίνοντας στο τρίτο χρόνο του, βγάζει γλώσσα, δεν κάθεται ήσυχα, απέκτησε τα δικά του προσωπικά χαρακτηριστικά, δυναμώνει μεγαλώνοντας. Χρειάζεται ακόμα φροντίδα και προσοχή – πάντα θα χρειάζεται. Αλλά μέσα στον απίστευτο αυτό κόσμο του Ιντερνετ, βρήκε το χαρακτήρα του. Είναι και δίδυμάκι, δηλαδή πολυσχιδές, θεοπάλαβο, δύσκολο, αλλά γοητευτικό.  

Το άγχος των μετρήσεων

Οταν έφτιαξα το blog, πριν απο δυο χρόνια, ευτυχώς το συζήτησα λίγο με όσους ξέρουν: οι λίγοι με τους οποίους συζήτησα μου βρήκαν πολλούς λόγους για να μην το κάνω. Στην καλύτερη των περιπτώσεων με ενθάρρυναν να κάνω κάτι που να κρατήσει το μήνα του Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 2016 – το blog είχε ξεκινήσει μια δυο μέρες πριν αρχίσουν τα ματς. Μου εξηγούσαν πως, όταν το τουρνουά τελειώσει, το ενδιαφέρον του κόσμου για ποδοσφαιρικά κείμενα (και κατά συνέπεια και το ενδιαφέρον των ελάχιστων χορηγών…) θα εξαντλούνταν και μαζί θα έσβηνε και η δική μου όρεξη. «Ένα πρωί θα πάρεις τα αναλυτικά στοιχεία και θα στεναχωρηθείς. Θα δεις πως αυτοί που διάβασαν κάτι που έγραψες είναι ελάχιστοι. Θα πεις «τζάμπα τον κόπο μου». Δεν είναι προτιμότερο να βρεις κάποιον που να σε πληρώνει και να μην έχεις το άγχος των μετρήσεων και των χορηγών;» μου λεγε ένας φίλος που εκτιμώ πολύ. Προσπαθούσα να του εξηγήσω ότι τα άγχη μου στη ζωή δεν έχουν να κάνουν με τους χορηγούς και τις μετρήσεις των κλικ, αλλά μάταια. Αυτός μιλούσε σαν επαγγελματίας, εγώ σαν ψώνιο που πίστευε ότι υπάρχει ένα κοινό που τον περιμένει. Ευτυχώς για το blog δεν είχα ποτέ την απαραίτητη επαγγελματική λογική: αν την είχα θα έπαιρνα περισσότερα χρήματα, αλλά θα βαριόμουν αφάνταστα, όπως τόσοι και τόσοι ικανότατοι γραφιάδες που συνωστίζονται σε site κομμάτι σουπερμάρκετ καταθέτοντας τα εσώψυχά τους δίπλα από ειδήσεις, που αφορούν το τελευταίο μαγιό με το οποίο η Κατερίνα Στικούδη ρίχνει το Instagram. Παρεμπιπτόντως αν αυτό το μαγιό το φορούσα εγώ και φωτογραφιζόμουν, όχι μόνο θα έριχνα το Ιnsta, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα απαγορευόταν η χρήση του διαδικτύου στην Ελλάδα.

Η θέληση και η αποδοχή

Πρέπει να πω ότι στη ζωή μου εκτιμώ αφάνταστα τον επαγγελματία. Εκτιμώ τον οργανωμένο αυτό άνθρωπο που πάει στα σίγουρα, ξέρει τι κάνει, πουλάει τη δουλειά του στην καλύτερη δυνατή τιμή, προσέχει το κοινό του, υπηρετεί με την όποια ικανότητα του μεγάλους σκοπούς και ξέρει να συνεργάζεται με άλλους ανθρώπους. Θα ήθελα κι εγώ κάποτε να μπορούσα να γίνω έτσι, αλλά δεν πρόκειται. Αν ήμουν καλός επαγγελματίας, θα άκουγα τους καλούς επαγγελματίες και δεν θα είχα αυτό το blog. «Ας πούμε ότι το φτιάχνεις. Και πως θα το μάθει ο κόσμος;» μου λέγανε. «Ξέρεις από αυτούς π.χ που σε ακολουθούν στο Facebook και στο Twitter πόσοι φτάνουν να διαβάσουν κάτι που έχεις γράψει; Από το Twitter ούτε ο ένας στους τριάντα που σε ακολουθούν. Από το Facebook, που είναι καλύτερο για κείμενα, άντε να σε διαβάσει ο ένας στους δέκα, αν έχεις διαλέξει προσεχτικά όσους σε ακολουθούν. Ξέρεις σε πόσους θα απευθύνεσαι; Σε χίλια, άντε χίλα πεντακόσια άτομα. Για να κάνεις μια σελίδα στο Facebook και να βρεις 10 χιλιάδες like θα χρειαστείς τρία χρόνια. Κι αν γράφεις και τίποτα της προκοπής, θα το κλέβουν όλοι και θα το βάζουν δεξιά κι αριστερά χωρίς ούτε καν να λένε ποιος το γραψε ή που το βρήκαν». Ετσι μου λέγανε και σε πολλά είχαν δίκιο: για να τρέξει κάτι τέτοιο επιτυχημένα χρειάζεται, όντως, προβολή μεγάλη κι ανθρώπους να ασχολούνται – εγώ και χορηγούς που βρίσκω, είναι γιατί αυτοί με ψάχνουν!

Αλλά, όποιος σωστά μιλούσε, δεν μπορούσε να εκτιμήσει ότι για μένα η θέληση να κάνεις κάτι, μετρά περισσότερο από την αποδοχή του. Αν αυτή έρθει, πάει καλά. Αν όχι, δεν πειράζει. Οσο επαγγελματικό κι αν είναι το γράψιμό μου εδώ πέρα, παραμένει κυρίως ψυχοθεραπευτικό: δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια να αφηγηθώ ότι (μου) συμβαίνει. Χωρίς το άγχος ότι όσα θα γράφω θα δημιουργήσουν πρόβλημα στον εκδότη μου, που έχει φίλους που τον πιέζουν, στον διευθυντή μου, που έχει ένα σωρό κόσμο στο κεφάλι του, ή ακόμα και στον αναγνώστη μου, που ακριβώς επειδή με συγκρίνει με ό,τι στην ίδια σελίδα ανεβαίνει, μπορεί να έχει απαίτηση από μένα να βάλω το μαγιό της Στικούδη.

Ο απρόσκλητος επισκέπτης

Οσες στήλες έχω κάνει στη ζωή μου, στα πολλά μέσα που έχω δουλέψει τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά, απέκτησαν μόνες τους το χαρακτήρα τους: δεν έκανα τίποτα άλλο παρά να τους δώσω ζωή – η θεματολογία διαμορφώθηκε αυτόνομα, είτε από τη δύναμη της όποιας επικαιρότητας, είτε από το γούστο του κοινού με το οποίο πάντοτε επικοινωνούσα. Στο blog, όμως, σχεδόν κατά λάθος, συνέβη κάτι άλλο: έγινα εγώ ο απρόσκλητος επισκέπτης που μπαίνει στη ζωή διάφορων – με πολλούς έγινα φίλος, με άλλος όχι, αλλά η εισβολή ήταν τελικά δική μου κι αυτό είναι το μόνο που χαίρομαι, όταν καμιά φορά βλέπω τους αριθμούς του, συνήθως στα τέλη του μήνα. Αρκετός κόσμος, τόσο πολύς που ειλικρινά δεν μπορούσα να φανταστώ, διαβάζει τα κείμενα σαν να πίνει ένα καφέ που του κερνάω. Μάλιστα κάποιες μέρες μοιάζει να με περιμένει – αν το ξεκινούσα τώρα το blog θα το βάφτιζα «Φτιάξε καφέ να στα πω» και θα μου κανε μήνυση η Κατερίνα Καινούργιου και με το δίκιο της. Θα τα βρίσκαμε στα δικαστήρια ή στο Instagram.

Το βαρκάκι ταξιδεύει

Στο πρώτο κείμενο που είχα εδώ ανεβάσει, Ιούνιο του 2016, είχα παρομοιάσει το Internet με ένα ωκεανό – δεν ξέρω αν είναι τυχαίο αλλά η παρομοίωση χρησιμοποιήθηκε σε ένα επιτυχημένο σποτ πρόσφατα. Το karpetshow. gr ήταν μέσα στον ωκεανό ένα μικρό βαρκάκι και τέτοιο παραμένει παρά τα πάνω από 500 χιλιάδες χτυπήματα που μαζεύει κάθε μήνα – ο καλύτερος στην μικρή ιστορία του ήταν ο περασμένος Μάρτιος. Μαζεύει αυτό τον κόσμο μολονότι τα κείμενα ανεβαίνουν δεξιά κι αριστερά χωρίς τη δική μου συναίνεση: ούτε καν με ρωτάνε. Θα μπορούσα να σας πω ποια ήταν αυτά που διαβάσατε πιο πολύ, αλλά δεν έχει σημασία: εμένα πάντα μου αρέσει που διαβάζετε τα λιγότερο επίκαιρα – θέλω να πω ότι είναι εύκολο να γράψεις κάτι για τον τελικό του Τσάμπιονς λιγκ και να το διαβάσουν σε μια μέρα 50 χιλιάδες άνθρωποι, αλλά είναι αληθινά ωραίο 11,5 χιλιάδες να διαβάσουν κάτι που γράφεις για τη «Βηρυτό» και την «Προσβολή» – ταινίες που δεν είδε κανείς. Δυο χρόνια αργότερα, με περισσότερους φίλους, μια περιπέτεια υγείας παραπάνω, μια ανιψιά δώρο Θεού και την ίδια πάντα διάθεση να φτιάχνω ή να χαλάω τη μέρα όποιου κάτι τέτοιο το αξίζει, νοιώθω απλά ότι το βαρκάκι εξακολουθεί να σκίζει ωκεανούς, ενώ δίπλα του περνάνε φρεγάτες, κρουαζιερόπλοια και αεροπλανοφόρα. Πόσο το βαρκάκι θα αντέξει δεν το ξέρω, αλλά η σταθερή του πορεία είναι πάντα η γραμμή του ορίζοντα. Οι μεγάλοι έχουν τη δύναμη του όγκου τους. Το βαρκάκι μπορεί απλά να παιδεύεται ν ακολουθήσει, εν μέσω αναταράξεων, αυτή την ωραία γραμμή που σχεδιάζει το ολόγιομο φεγγάρι στην θάλασσα. Ως εμπειρία δεν το λες και λίγο.

Συνεχίζουμε συνταξιδιώτες….