Αυτός όμως, είναι ο Τζόκοβιτς...

Αυτός όμως, είναι ο Τζόκοβιτς...


Περίμενα να περάσει μια μέρα για να γράψω κάτι για τον θρίαμβο του Νόβακ Τζόκοβιτς στην Αυστραλία, την οποία λογικά ο Σέρβος πρέπει να θεωρεί κάτι σαν δεύτερη πατρίδα του. Πλέον, κατακτώντας για έβδομη φορά το Οpen της Μελβούρνης, έχει κάθε δικαίωμα να ελπίζει ότι κάποιο από τα γήπεδα στα οποία αυτό γίνεται, θα πάρει το όνομά του: ο τοπικός θρύλος Ροντ Λέιβερ, που βρισκόταν στο γήπεδο την Κυριακή για να δει από κοντά την ιστορική του προσπέραση από το Σέρβο, έχει κατακτήσει έξι και οι συμπατριώτες του έχουν βαφτίσει με το όνομά του το κεντρικό κορτ – ο Νόλε λογικά θα απαιτήσει και δικαιολογημένα κάτι ανάλογο. Όχι μόνο γιατί με επτά κατακτήσεις είναι πολυνίκης, αλλά και γιατί κανείς από τους άλλους νικητές δεν έχει κερδίσει ένα τελικό (που έμοιαζε μάλιστα ισορροπημένος πριν αρχίσει) όπως έκανε αυτός την Κυριακή. Για αυτό κι εγώ περίμενα για να γράψω κάτι: ήθελα να διαβάσω τι έγραψαν την επόμενη όσοι πρόβλεπαν μια μάχη που θα κρατήσει ώρες. Ποιος έκανε την καλύτερη αυτοκριτική: Φυσικά ο Τζον Μακ Ενρόου. Είπε ότι η δική του εκτίμηση αφορούσε ένα ματς ανάμεσα σε δυο καλούς παίκτες κι όχι ένα παιγνίδι ανάμεσα στο Ναδάλ και σε ένα cyborg. Ετσι τον χαρακτήρισε! 

Τρεις τελικοί, τρία 3-0

Οσοι, όπως κι εγώ, περιμέναμε ένα μεγάλο τελικό στη Μελβούρνη, δηλαδή ένα από εκείνα τα ματς που τελειώνουν στα πέντε σετ και μοιάζουν μυθιστορήματα γραμμένα από τη μοίρα, δεν είχαμε προσέξει κάποιες λεπτομέρειες. Ο Τζόκοβιτς, που οκτώ μήνες πριν είχε βρεθεί έξω από την εικοσάδα (!) των καλύτερων του κόσμου, έφτασε στην Αυστραλία έχοντας κατακτήσει άνετα και εύκολα το Γουίμπλετον και το USA Open: ο Κέβιν Αντερσον και ο Χουάν Ντελ Πότρο, που είχαν την ατυχία να τον συναντήσουν στον τελικό δεν έκαναν ούτε σετ. Επιπλέον στα δέκα τελευταία του ματς με τον Ναδάλ μετρούσε πριν τον τελικό της Μελβούρνης οκτώ νίκες: οι δυο του ήττες από τον Ισπανό ήταν στο χώμα.

 

Οσο ο καιρός περνά η υπέροχή του στα παιγνίδια με τον Ναδάλ γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη για ένα λόγο που έχει να κάνει με τον Ισπανό και σας τον έχω αναφέρει: ο Ναδάλ άλλαξε στυλ παιγνιδιού, επιχειρώντας να φτιάξει μια δεύτερη καριέρα. Εγινε επιθετικότερος, βελτίωσε το σερβίς του, άρχισε να κερδίζει παιγνίδια πολύ πιο γρήγορα αποφεύγοντας τα μεγάλα και επιβαρυντικά για τον πληγωμένο ώμο του και το πονεμένο του γόνατο ραλι. Όμως αυτό το νέο στυλ παιγνιδιού του Ναδάλ, ο Τζόκοβιτς το έχει από τότε που εμφανίστηκε στα γήπεδα: ο Ναδάλ μπορεί ακόμα να κερδίσει τον Τζόκοβιτς, όχι όμως παίζοντας όπως αυτός και σε μια επιφάνεια που είναι η αγαπημένη του Σέρβου.

Γιατί κανείς δεν τα έλεγε αυτά πριν το ματς; Γιατί θαμπωθήκαμε όλοι από τη νίκη του Ναδάλ με τον Τσιτσιπά (η αγάπη  για τον Στέφανο λειτούργησε ως παραμορφωτικός καθρέφτης όπως συμβαίνει πάντα με την αγάπη) αλλά και γιατί πολλοί είχαμε στο μυαλό μας το καταπληκτικό παιγνίδι των δυο στον ημιτελικό του Γουίμπλετον τον περασμένο Ιούλιο, όταν ο Τζόκοβιτς επικράτησε με 3-2 κερδίζοντας 10-8 το πέμπτο σετ σε ένα ματς – διαφήμιση για το τένις που κράτησε δυο μέρες! Το καταπληκτικό εκείνο παιγνίδι μας έκανε να παραβλέψουμε κάτι: ότι τότε ο Τζόκοβιτς επέστρεφε στο επίπεδό του μετά από εναμίσι χρόνο συναισθηματικών ταλαιπωριών και ιατρικών επεμβάσεων. Τώρα ο Σέρβος εμφανίστηκε σε καταπληκτική κατάσταση απέναντι στο Ναδάλ που πήγε στη Μελβούρνη μετά από τέσσερις μήνες απραξίας. Πώς να μην τον διαλύσει;

Είναι το νούμερο ένα του κόσμου

Ο Τζόκοβιτς έπαιξε το ματς ως νούμερο ένα του παγκόσμιου τένις. Χρειάστηκε μόλις 124 λεπτά για να κερδίσει και το έκανε με τον πλέον απλό τρόπο τρομοκρατώντας τον Ισπανό με το σερβίς του. Το ζευγάρι Τζόκοβιτς – Ναδάλ είναι κλασσικό: έχουν παίξει τόσες φορές που πιστεύεις πως δεν έχουν μυστικά κι όμως ο Σέρβος αιφνιδίασε τον Ισπανό. Την 53η φορά (!) που τον είδε απέναντί του, ο Τζόκοβιτς σέρβιρε καλύτερα από κάθε προηγούμενη: πέρασε το 80% των πρώτων σερβίς του – πράγμα που δείχνει ότι υπήρξε αλάνθαστος. Κατά συνέπεια έκανε σχεδόν όλους τους πόντους κάθε φορά που ανέβηκε στο φιλέ (το ποσοστό έφτασε στο 89%!), αφαιρώντας από τον Ναδάλ το όπλο που λέγεται passing shot, και το γεγονός αυτό του έδωσε τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση, ώστε βομβάρδισε τον Ισπανό σε κάθε ευκαιρία: ο Τζόκοβιτς κέρδισε με winners από το βάθος του γηπέδου στο 80% των περιπτώσεων που ο Ναδάλ υποχρεώθηκε σε δεύτερο σερβίς – το νούμερο είναι εξωφρενικό!  Ο Ναδάλ που κυνηγούσε τον αντίπαλό του από την αρχή, εκνευρίστηκε όταν γρήγορα διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να ανταποδώσει τα μπρέικ και παραδόθηκε σαν νεούδι: το Οpen της Αυστραλίας είναι πάντα δύσκολο για αυτόν καθώς μετράει μόνο μια κατάκτηση – τα κατάφερε το μακρινό 2008 κερδίζοντας (ποιον άλλο;) τον Φέντερερ. Αλλά ο Ελβετός ανεβαίνει και επιτίθεται: ο Τζόκοβιτς μπορεί να κάνει όλο το ματς παίζοντας τρία μέτρα πίσω από τη βασική γραμμή και να διαλέγει με αυτό τον τρόπο πως ακριβώς θα χτυπήσει τη μπάλα, αφού στη σκληρή επιφάνεια η αναπήδησή της είναι τέλεια.

 

Ο Ναδάλ προσπαθούσε να στείλει τη μπάλα όσο πιο κοντά στις γραμμές ακριβώς για να του αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα: αλλά για να τον κάνεις αυτό καλά πρέπει να έχεις κι εσύ τη δυνατότητα να σημαδεύεις, δηλαδή να υποδέχεσαι σωστά τη μπάλα – πράγμα αδύνατο για τον Ισπανό, αφού ο Σέρβος τον έτρεχε σαν παιδάκι καθώς ήταν πάντα μια τουλάχιστον κίνηση μπροστά. Χρησιμοποιώντας πολύ και το μυαλό του, που ήταν πάντα το μεγάλο όπλο του.

Το μυαλό του Σέρβου

Στην ιστορία του τένις ο Φέντερερ είχε κλάση, ποιότητα, υψηλή τεχνική. Ο Ναδάλ είχε πόδια, έκρηξη, δύναμη. Κι ο Σέρβος είχε πάντα στρατηγική και μυαλό: όταν το έχασε, για πάνω από ενάμισι χρόνο, έχανε σε όλα τα γήπεδα της γης, όταν όμως το χρησιμοποιεί δύσκολα αντιμετωπίζεται. Οι πιο πολλές νίκες του σε τελικούς Γκραν Σλαμ είναι άνετες – σε τρία ή το πολύ τέσσερα σετ: όλες είναι αποτέλεσα κατάρρευσης του αντιπάλου. Το 2015 κέρδισε το τέταρτο σετ από το Μάρεϊ με 6-0 κι ο τίμιος Βρετανός έπαιζε τότε το καλύτερο τένις της καριέρας του! Ο Τζόκοβιτς επέστρεψε γιατί ξαναβρήκε το μυαλό του, το οποίο για να μπορεί να το χρησιμοποιεί πρέπει, ως ωραίος Βαλκάνιος, και να το ξεκουράζει, ενίοτε και να το χάνει. Έβλεπα το entourage του στη Μελβούρνη: όλη η ανδροπαρέα του – αν κοιτούσες προσεχτικά θα διέκρινες και τον Ντέγιαν Στάνκοβιτς. Τα φιλαράκια πήγαν στη Μελβούρνη δεκαπέντε μέρες χωρίς τις γυναίκες τους και πέρασαν καλά. Ο κολλητός τους είχε κάτι περιπέτειες και ήθελε συμπαράσταση. Αυτός έκανε τη δουλειά, αλλά όλοι μαζί τα πέρασαν φανταστικά: σίγουρα θα κάνανε και μερικές αλητείες. Πώς να μην χάσει ο σπιτόγατος Ναδάλ από όλους αυτούς;