Ας τον τρελό στην τρέλα του…

Ας τον  τρελό στην τρέλα του…

Η Βραζιλία δίνει απόψε τον πρώτο της τελικό στο εφετινό μουντιάλ: ιστορικά η πρώτη αναμέτρησή της με ευρωπαϊκή ομάδα σε ματς νοκ άουτ είναι το παιγνίδι- κλειδί για την έκβαση της διοργάνωσης. Αν κερδίσει πάει τουλάχιστον τελικό, αν χάσει, όποιος την αποκλείει πάει αυτός τελικό. Συνέβη με τους Γάλλους το 2006, τους Ολλανδούς το 2010 φυσικά του Γερμανούς τέσσερα χρόνια πριν - για να μείνουμε στα τελευταία μουντιάλ. Ωστόσο παρά την κρισιμότητα του ματς των Βραζιλιάνων με τους Βέλγους, όποιος αγαπάει τους παράξενους, τους σπάνιους και τους ξεχωριστούς, έχει μάτια απόψε μόνο για τον Λουίς Σουάρες, που θα προσπαθήσει να σταματήσει την πανίσχυρη Γαλλία σχεδόν μόνος του, αφού ο Εντισον Καβάνι, ο απόλυτος σύντροφος σε μια σειρά από περιπέτειες, δύσκολα θα τα καταφέρει να βοηθήσει ακόμα κι αν σφίξει τα δόντια και αγωνιστεί.  

Δαγκώνοντας τον Κελίνι

Αν ο Κριστιάνο Ρονάλντο αντλεί δύναμη από την αντιπάθεια του κόσμου, ο Σουάρες είναι μια σπάνια περίπτωση σούπερ σταρ που γουστάρει όσο λίγοι το ρόλο του τρελού του χωριού – όχι αυτού που οι συγχωριανοί πειράζουν, αλλά εκείνου που φοβούνται γιατί είναι έτοιμος να ξεφύγει. Το μουντιάλ της Βραζιλίας, τέσσερα χρόνια πριν, είχε ελάχιστες στιγμές που πέρασαν στην ποδοσφαιρική ιστορία. Μια από αυτές ήταν η στιγμή που ο Σουάρες δάγκωσε τον αμυντικό της Σκουάντρα Ατζούρα Τζίορτζιο Κιελίνι: περιστατικό αξέχαστο.

 

Μεταξύ 2011 και 2014 ο Σουάρες είχε δαγκώσει αμυντικούς που τον αντιμετώπιζαν τρεις φορές: πριν τον Κιελίνι είχε την ίδια τύχη ο Μπράνισλαβ Ιβάνοβιτς της Τσέλσι, τον οποίο ο Σουάρες είχε δαγκώσει ως παίκτης της Λίβερπουλ, κι ένα χρόνο νωρίτερα ο Ουρουγουανός όταν αγωνιζόταν στον Αγιαξ, είχε κάνει κάτι ανάλογο στον αμυντικό της PSV Οτμαν Μπακάλ. Όταν δάγκωσε τον Κελίνι, αυτά τα μάλλον ξεχασμένα περιστατικά ξαναβγήκαν στην επικαιρότητα και τα κατορθώματα του Σουάρες στο βραζιλιάνικο μουντιάλ μπήκαν σε δεύτερη μοίρα: ο τύπος ήταν πρωταγωνιστής στους αποκλεισμούς των Αγγλών και των Ιταλών (και) από την Ουρουγουάη, αλλά λίγοι το θυμούνται.

Ιστορίες παιδικής ηλικίας

Πριν λίγες μέρες, προβλέποντας ότι ο Σουάρες θα είναι και τώρα πρωταγωνιστής, είχα γράψει ένα κομμάτι με τίτλο «η γοητεία της αντιπάθειας». Αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος να δαγκώνει συμπαίκτες σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, αλλά και πως γίνεται συγχρόνως μια πράξη τόσο βλακώδης και τόσο γελοία να βρίσκει υποστηρικτές: ο Σουάρες το 2014 είχε τιμωρηθεί, ωστόσο δεν ήταν και λίγοι όσοι τον είχαν δικαιολογήσει – από το χέρι του Θεού στα δόντια του Λουίς είναι μια σταλιά δρόμος.

Η δική μου εντύπωση είναι ότι αυτές οι πράξεις σχετίζονται συχνά με την παιδική ηλικία του κάθε ποδοσφαιριστή: το ποδόσφαιρο είναι μάλλον ο πιο εύκολος τρόπος για να παραμείνεις παιδί κι ο Σουάρες υπήρξε λιγάκι παλιόπαιδο. Γεννήθηκε στο Σάλτο της Ουρουγουάης κι άρχισε να αγωνίζεται στην ομάδα Νέων της Νασιονάλ στα 14 του. Στα 15 του, σε έναν αγώνα, χτύπησε με το κεφάλι του τον διαιτητή της αναμέτρησης και αποβλήθηκε. Λίγους μήνες αργότερα, συνελήφθη από την αστυνομία χαράματα μεθυσμένος σε ένα πάρτι, κι ο τότε προπονητής του τον απείλησε πως αν δεν πάρει σοβαρά το ποδόσφαιρο και δεν μάθει να κοιμάται νωρίς, δεν θα ξαναπαίξει ποτέ του στην ομάδα. Παρόλα αυτά,  τον Μάιο του 2005, σε ηλικία 18 ετών, έκανε το ντεμπούτο με τους μεγάλους της Νασιονάλ ενάντια στην ομάδα Τζούνιορ Ντε Μπαρακουίλα στο Κόπα Λιμπερταδόρες και στο τέλος εκείνης της χρονιάς, έχοντας πετύχει 10 γκολ σε 27 παιχνίδια έγινε στόχος των σκάουτερς της ολλανδικής Χρόνινγκεν, οι οποίοι αρχικά είχαν πάει για να παρακολουθήσουν έναν άλλο ποδοσφαιριστή. Στα 19 του έπαιξε στην Ολλανδία βάζοντας γκολ και κάνοντας πειθαρχικά παραπτώματα – αυτό είναι η ζωή του σε σύνθεση. Στο Σάλτο γεννήθηκε και ο Καβάνι. Η διαδρομή μέχρι την καταξίωση είναι περίπου ίδια: ταλέντο, φτώχια, δουλειά και τύχη. Κι όμως ο Εντισον είναι ένας μικρός λόρδος, ενώ ο άλλος μας προέκυψε τρελός.   

Ο κανίβαλος του Αγιαξ

Για να πάει κάποτε στον Αγιαξ, ο Σουάρες δεν δίστασε να οδηγήσει στα δικαστήρια την Χρόνιγκεν, την ομάδα που τον έφερε στην Ευρώπη. Την απείλησε ότι θα κόψει το ποδόσφαιρο, αν δεν δεχτεί την προσφορά του Αγιαξ κι έφυγε με τους όρους του. Στον Αγιαξ βρήκε τον Μάρκο Βαν Μπάστεν, που ως προπονητής του έμαθε πολλά, όχι όμως και το πώς θα αλλάξει συμπεριφορά. Το 2008 τσακώθηκε με ένα συμπαίκτη του, τον Αλμπερτ Λούκε, που δεν τον άφηνε να χτυπήσει ένα φάουλ. Πριν δαγκώσει τον Μπακάλ, (κι αποκτήσει από την Ντε Τέλεγκραφ τον χαρακτηρισμό ο «Κανίβαλος του Αγιαξ») είχε αποβληθεί για καυγάδες τρεις φορές. Μετά το δάγκωμα τιμωρήθηκε με επτά αγωνιστικές και οι άνθρωποι του Αγιαξ, σοκαρισμένοι από το περιστατικό, του έριξαν άλλες δυο! Θύμωσε, ζήτησε μεταγραφή και πήγε στη Λίβερπουλ, όπου συνέχισε να σκοράρει και να δαγκώνει. Κι αφού δάγκωσε στο μουντιάλ της Βραζιλίας και τον Κελίνι (και τιμωρήθηκε με αποκλεισμό πέντε μηνών από τα γήπεδα…) πήγε στην Μπαρτσελόνα. Οπου έχει κάνει πολλά, αλλά ακόμα δεν έχει δαγκώσει ούτε συμπαίκτη, ούτε αντίπαλο. Γιατί όσο κι αν δεν μας αρέσει η παροιμία, τα ράσα κάνουν τον παππά.

Η τιμωρία ως κίνητρο

Πως γίνεται όμως συμπεριφορές αψυχολόγητες να μην ενοχλούν όταν μιλάμε για ποδοσφαιριστές; Ο Μάικ Τάισον π.χ όταν κάποτε δάγκωσε τον Εβάντερ Χόλιφιλντ αντιμετωπίστηκε ως το απόλυτο τέρας – και μιλάμε για μποξ. Στο ποδόσφαιρο αποδεικνύεται πως η ηθική είναι οptional:  αν βάζεις γκολ και είσαι χρήσιμος, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Οι διοικήσεις θα σε δικαιολογούν, οι προπονητές θα σε νουθετούν επιδιώκοντας μια καλή σχέση μαζί σου και οι συμπαίκτες σου μπορεί να γελάνε με τις συμπεριφορές σου, αλλά πάντα θα μιλάνε για σένα δημόσια σαν να είσαι ένα μεγάλο παραστρατισμένο παιδί. Το ενδιαφέρον στις ιστορίες αυτές είναι ότι η τιμωρία (και η κατακραυγή) λειτουργεί σαν ένα είδος παράξενου κινήτρου: ο Σουάρες δίνει συχνά την εντύπωση ότι αγωνίζεται για να αποδείξει στον κόσμο ότι κακώς τον κρίνει– για την ακρίβεια προσπαθεί να κάνει το μεγάλο κοινό να αναγνωρίσει την αξία του, ξεχνώντας τον χαρακτήρα του. Υπάρχει κόσμος που σε όλο αυτό αναγνωρίζει μια αυθεντικότητα – αναρωτιέμαι τι θα έκαναν οι ίδιοι άνθρωποι αν κάποιος τους δάγκωνε την ώρα της δουλειάς τους, τεστάροντας τα νεύρα τους.  

Μια ιστορική ευκαιρία

Ο Σουάρες βοηθά δεκάδες οικογένειες στο Σάλτο, όπου θεωρείται ένα είδος τοπικού άγιου. Δεν είναι επίσης τόσο σκληρός, όσο θέλει να φαίνεται: στη Μπαρτσελόνα πήγε για να κάνει το χατίρι της γυναίκας του που είναι από εκεί και που λέγεται πως κάνει κουμάντο για τα πάντα στη ζωή του. Η δική μου υποψία είναι ότι παίκτες σαν αυτόν, θέλουν και προβάλουν πλευρές του εαυτού τους μυστήριες – επιδιώκουν να γίνονται θέματα συζήτησης, χαίρονται να προκαλούν. Αν κρίνω από το πώς έχει εξελιχτεί η καριέρα του Λουίς, μάλλον έχει κάνει  τα πάντα σωστά: στην Μπαρτσελόνα έφτασε. Ο τύπος δεν έμαθε από τα λάθη του: άντλησε από αυτά δύναμη. Ισως γουστάρει (γούσταρε, γιατί πια μεγάλωσε…) να προκαλεί για να τεστάρει την ίδια την δική του αντοχή, πιο πολύ και από τις αντοχές των άλλων, που τον κοιτάζουν χωρίς να τον καταλαβαίνουν.

Τέσσερα χρόνια μετά το δάγκωμα του Κιελίνι ο Σουάρες έχει την ιστορική ευκαιρία να ξεχαστούν όλα όσα έχει κάνει και να βρει μια θέση δίπλα στους αληθινά μεγάλους αποκλείοντας την Γαλλία. Δαγκώνοντας την για την ακρίβεια…